Κύριος φόρος ήταν ο κεφαλικός φόρος, το ονομαστό «χαράτσι», που πλήρωναν όλοι οι άνδρες από 15 χρονών και πάνω... Ήταν υπόχρεοι όλοι οι κάτοικοι από δεκαπέντε ετών και άνω να πληρώνουν το χαράτσι. Όταν ο πατέρας κάποιου ραγιά ήθελε να ξεγελάσει τους φοροεισπράκτορες, εκείνοι μετρούσαν το κεφάλι του παιδιού με ένα σχοινί, που τους χρησίμευε σαν οργιά, καθώς είχαν την δυνατότητα να το κοντύνουν και να το μακρύνουν καθώς εκείνοι ήθελαν. Ο ραγιάς είχε πάντοτε άδικο... Η λέξη παραμένει ακόμη στην καθημερινή μας ομιλία σαν οικονομική καταδυνάστευση ή ληστεία όταν γίνεται από το κράτος ή από τους φορείς...
Το χαράτσι ήταν δηλαδή ένας ατιμωτικός φόρος, ήταν η αποζημίωση για την παραχώρηση του δικαιώματος να ζει κάποιος και να λατρεύει τον Θεό του. Κάθε χριστιανός – από το δωδέκατο έτος της ηλικίας του και μέχρι τον θάνατό του – όφειλε να εξαγοράζει κάθε χρόνο την άδεια αυτή.Ακόμη ο ραγιάς επί Τουρκοκρατίας υποχρεωνόταν να πληρώσει ένα υπερβολικό φόρο που σχετιζόταν με το μήκος των μαλλιών του, όσο δηλαδή μακρύτερα τα μαλλιά, τόσο ψηλότερος ήταν ο φόρος. Έτσι συχνά, οι μακρυμάλληδες έπαιρναν τα βουνά για να γλιτώσουν το μαλλί και να μην πληρώνουν «τα μαλλιά της κεφαλής τους».
Για να συντηρηθούν οι κρατικές εγκαταστάσεις και οι δαπάνες των ανακτόρων του Σουλτάνου, ο Ελληνικός λαός πλήρωνε ειδικό φόρο το ονομαστό «σουφράτ», εξ’ ου παραμένει μέχρι και σήμερα στην καθομιλουμένη «τα σούφρωσες», δηλαδή τα έκλεψες, τα καταχράστηκες, τα τσέπωσες. Επίσης το αυτό σύμβαινε και για την συντήρηση του Σουλτανικού ιππικού, με τον φόρο «αβέ ακεσσί».















